Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

unprotected sex


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο unprotected παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: sex

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
unprotected adj (vulnerable to danger) (ευάλωτος)απροστάτευτος επίθ
 The town was unprotected from attack until a wall was built around it.
unprotected adj (sex: without a condom) (για το σεξ)χωρίς προφυλάξεις έκφρ
 The disease can be transmitted by unprotected sex.
unprotected adv (without a condom) (για το σεξ)χωρίς προφυλάξεις έκφρ
 Having sex unprotected places anyone at risk for contracting STDs.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unprotected sex στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «unprotected sex».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!